ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΑΥΤΙΣΤΙΚΩΝ ASPERGER ΚΑΙ ΥΛΑ
Email
info@aspergerhellas.org
Θυμός και Ξεσπάσματα Θυμού

Πολύ από το θυμό που νιώθουμε, ως άτομα με Αυτισμό/Σύνδρομο Asperger/ΥΛΑ,
πηγάζει από το γεγονός ότι ο εγκέφαλός μας δε μπορεί να διευθύνει τα αισθήματά μας.
Αυτό σημαίνει, πως όταν είμαστε κουρασμένοι, εκνευρισμένοι, νιώθουμε άγχος ή
σύγχυση ή για κάποιο άλλο λόγο, το κέντρο που ελέγχει τα αισθήματά στον εγκέφαλό
μας δεν είναι ενεργοποιημένο. Τα αισθήματα που νιώθουμε δεν έρχονται στην
επιφάνεια κάτω από κανονικές συνθήκες, δηλαδή σε μικρές δόσεις και με κάποια
συνοχή με το συμβάν που τα δημιούργησε, αλλά αντιθέτως συσσωρεύονται μέσα μας
χωρίς να το παίρνουμε είδηση και βγαίνουν στην επιφάνεια σα μια ανεξέλεγκτη έκρηξη
ηφαιστείου. Ναι, μια τεράστια ηφαιστειακή έκρηξη που καταστρέφει τα πάντα κάτω
από την καυτή λάβα, που βγαίνει από το στόμα μας.

Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί έχουμε ανάγκη να βγάλουμε τον θυμό μας
στην επιφάνεια μέσω τέτοιων ‘καυτών’ λέξεων;

Ένας λόγος είναι ότι, για εμάς που ζούμε με Αυτισμό/Σύνδρομο Asperger/ΥΛΑ, ο μόνος
τρόπος να χειριστούμε και να κατανοήσουμε τα αισθήματα που νιώθουμε είναι με τη
λογική και τη διανόηση. Ξέρουμε ότι κάτι μας στεναχωρεί, διότι νιώθουμε εκνευρισμένοι
και ανήσυχοι. Το μυαλό μας νιώθει κάπως σα να του έχουν βάλει τα δυο πόδια σε ένα
παπούτσι. Με άλλα λόγια νιώθουμε ψυχαναγκασμένοι, καταπιεσμένοι πνευματικά και
το μυαλό μας αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο, μια λύση. Το αίσθημα που νιώθουμε
είναι μια εσωτερική ώθηση να βρούμε την λύση, να λύσουμε το πρόβλημα που μας
απασχολεί και να ηρεμήσουμε. Η ολοκλήρωση του θέματος είναι κάτι πολύ βασικό για
εμάς. Ένα πρόβλημα είναι κάτι ανολοκλήρωτο. Ένα πρόβλημα που έχει βρει μια λύση
είναι κάτι πλήρως ολοκληρωμένο. Αυτή η ολοκλήρωση μας ηρεμεί, διότι κάτι
ολοκληρωμένο δεν προβλέπεται να δημιουργήσει άλλο πρόβλημα, και αυτό μας
δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας. Η αίσθηση ασφάλειας είναι ο κύριος και απόλυτος
στόχος της ύπαρξης μας.

Αλλά τι γίνεται όταν η λύση δεν είναι στα δικά μας χέρια;

Αν η λύση δεν είναι στα δικά μας χέρια και οι άνθρωποι γύρω μας, από τους οποίους
εξαρτόμαστε για να βρούμε αυτήν την απολύτως αναγκαία λύση, δεν δείχνουν ούτε να
θέλουν, ούτε να μπορούν να δουν την λύση, που εμείς ενστικτωδώς ‘βλέπουμε’ μπροστά
στα μάτια μας και όσο και να προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε με λόγια, με λέξεις, τι
εύκολη και πόσο προσιτή είναι η λύση που εμείς βλέπουμε, δεν τα καταφέρνουμε.  Τα
λόγια μας μοιάζουν να πέφτουν σε κουφά αυτιά. Δεν έχουν την απήχηση που
περιμένουμε. Δε φέρνουν το αποτέλεσμα και κατ’ επακόλουθο την ασφάλεια που
αναζητούμε.

Κάθε λέξη που πάει χαμένη έχει ως επακόλουθο να αυξάνεται το άγχος μας, αλλά εμείς
δεν μπορούμε να το νιώσουμε αυτό. Η πίεση μεγαλώνει, ώσπου το μυαλό μας μοιάζει να
πνίγεται, να βουλιάζει σε ένα είδος θυμού, μια υπερδιέγερση ενέργειας, που δεν έχει
άλλον τρόπο να εκφραστεί παρά με λόγια, με λέξεις που εκφράζουν αυτό το αίσθημα
πνιγμού, διότι έχουμε  πια απόλυτη ανάγκη να βγάλουμε από μέσα μας αυτό που μας
πνίγει, να το ξεράσουμε κυριολεκτικά για μπορέσουμε και πάλι να ‘ανασάνουμε’.

Όταν το μυαλό μας φτάνει σε αυτή την κατάσταση υπερδιέγερσης, που μοιάζει σα μία
επιληπτική κρίση, η λογική μας δεν έχει πια κανέναν έλεγχο σε αυτήν την κατάσταση. Ο
θυμός σαν ηφαίστειο εκρήγνυται και τα λόγια, οι λέξεις βγαίνουν από το στόμα μας
χωρίς να μπορούμε να τις σταματήσουμε ή να τις διακόψουμε. Δυστυχώς όμως, διότι οι
λέξεις έχουν έννοιες  και οι έννοιές τους έχουν συναισθηματική φόρτιση και μπορούν να
πληγώσουν καρδιές, καρδιές ανθρώπων που αγαπάμε.

Είναι ένα δίκοπο μαχαίρι.

Από τη μια πλευρά, το μυαλό μας έχει ανάγκη να βγάλει από μέσα του αυτό που το
πνίγει και η ανάγκη αυτή είναι τόσο βαθιά που το ξέσπασμα γίνεται αυτόματα και πέρα
από το δικό μας έλεγχο, πέρα από τον έλεγχο της λογικής μας. Από την άλλη, μας πνίγει
η ντροπή και μας βαρύνει η ευθύνη των πράξεών μας, διότι βλέπουμε ότι τα λόγια που
ξεστομίσαμε πλήγωσαν κάποιον που αγαπάμε ή που εκτιμούμε. Εμπρός μας η Σκύλα
και πίσω μας η Χάρυβδη.

Το ξέσπασμα θυμού δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε.  Το άγχος που
αυξάνεται μέσα μας δεν έχει άλλο τρόπο διαφυγής, διότι μόνο όταν φτάσει σε όρια
έκρηξης πια είναι που και εμείς συνειδητοποιούμε το τι γίνεται μέσα μας. Δεν είναι κάτι
που μπορούμε να το αισθανθούμε από πριν και να φροντίσουμε να το αποφύγουμε ή να
το μειώσουμε, να το εξαλείψουμε ή να το σταματήσουμε.

Όπως μία επιληπτική κρίση, η έκρηξη θυμού γίνεται πέρα από τα όρια της συνειδητής
λειτουργίας του μυαλού μας. Δεν το ξέρουμε ότι πάει να γίνει. Το μόνο που ξέρουμε και
καταλαβαίνουμε  ότι συμβαίνει είναι ότι νιώθουμε πνευματικά καταπιεσμένοι.

Αλλά πότε και πως ξεκίνα αυτό καθ’ εαυτό το ξέσπασμα είναι και για
εμάς ένα μυστήριο.

Πολλοί από εμάς αντί για λέξεις, το μόνο που μπορούν να πουν κάτω από την επήρεια
του ξεσπάσματος είναι βρισιές ή κραυγές και κλάμα. Ο καθένας μας έχει κάποιον τρόπο,
κάποιο μέσο, να εκφράσει αυτήν την έκρηξη, το ξέσπασμα θυμού. Η επιλογή είναι και
πάλι κάτι που είτε έχει γίνει ενστικτωδώς ή από πολλές κακές εμπειρίες. Εγώ, όταν δεν
υπάρχουν άλλοι άνθρωποι γύρω μου, τότε βρίζω. Λέω τις χειρότερες βρισιές που
υπάρχουν, διότι αυτό διευκολύνει κατά πολύ τη μείωση της έντασης που νιώθω μέσα στο
μυαλό μου. Όταν γίνεται το ξέσπασμα μπροστά σε άλλους, τότε προσπαθώ να μη
χρησιμοποιώ βρισιές, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο, διότι δεν είμαι πάντα σε θέση να
ελέγχω τι λέω.

Άλλοι αντί για λέξεις νιώθουν την ανάγκη να σπάσουν κάτι, ένα αντικείμενο. Άλλοι
στρέφονται κατά του ίδιου τους του εαυτού, χτυπώντας το κεφάλι τους ή χαράσσοντας
το σώμα τους με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, όπως ένα ξυράφι. Ο σωματικός πόνος
έρχεται να τους απαλλάξει από τον πνευματικό πόνο που νιώθουν.

Πολλές φορές έχω σκεφθεί πως ίσως ένας λόγος, που πληγώνω τους άλλους με τα λόγια
μου, είναι επειδή ενστικτωδώς νιώθω πως και αυτοί με πληγώνουν με την ‘αδιαφορία’
τους, διότι δε με ακούνε όταν προσπαθώ απεγνώσμενα να τους δείξω ποια είναι η λύση
που χρειάζομαι για την εξασφάλιση της τόσο ποθητής ασφάλειάς μου. Αυτή η
φαινομενική αδιαφορία τους μου δημιουργεί μεγάλο άγχος, διότι τη νιώθω σα μια
εχθρική πράξη. Διότι αν ο άλλος ήταν πραγματικός μου φίλος και ενδιαφερόταν για
εμένα, τότε θα με βοηθούσε με ουσιαστικές πράξεις να βρω τη λύση που θα μου
εξασφάλιζε την ποθητή ασφάλεια μου.

Αλλά αυτό που περιμένω δεν γίνεται.

Διότι ο τρόπος που εκφράζομαι, η ομιλία μου,  είναι σαν τα αισθήματά μου
προβληματική. Σε κάθε συνομιλία μεταξύ δυο ανθρώπων, εκτός από τις λέξεις που
ανταλλάσουν μεταξύ τους, ανταλλάσουν και αισθήματα. Τα αισθήματα ανταλλάσσονται
μέσω της χροιάς της φωνής, μέσω της ανταλλαγής του βλέμματος και μέσα από τις
χειρονομίες και τη στάση του σώματος.

Για να καταλάβουν τι λέει ο άλλος, δεν ακούν μόνο τη φωνή του, αλλά διαβάζουν και τα
αισθήματα που μεταδίδει ο άλλος με το βλέμμα και το σώμα του.  Με άλλα λόγια οι
άνθρωποι ακούνε αλλά ΚΑΙ βλέπουν τι λέει και τι εννοεί συναισθηματικά με αυτά που
λέει ο συνομιλητής τους. Κατά τις έρευνες που έχουν γίνει γύρω στο 60% από την έννοια
μιας συνομιλίας λαμβάνουμε από την ομιλία, τις λέξεις που λέγονται, και κατά 40% από
την οπτική επαφή με τον συνομιλητή.

Εμείς που έχουμε Αυτισμό/Σύνδρομο Asperger/ΥΛΑ, χάνουμε ένα μεγάλο μέρος από μια
συνομιλία. Κάπου στο 40 με 50%. Γιατί θα αναρωτηθείτε, δεν είμαστε ούτε κουφοί ούτε
τυφλοί. Δυστυχώς αλλά κατά κάποιο τρόπο είμαστε και κουφοί και τυφλοί. Είμαστε
κουφοί, διότι οι λέξεις που ακούμε, είναι απλά λέξεις, χωρίς τη  συναισθηματική τους
χροιά. Χάνουμε δηλαδή κάπου 5-10% από το μήνυμα που μεταφέρουν αυτές οι λέξεις.

Είμαστε και τυφλοί, διότι ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να διαβάσει ή να διακρίνει και να
μεταφράσει τις εκφράσεις και τα μηνύματα που είναι κρυμμένα μέσα στο βλέμμα, στις
χειρονομίες και στη σωματική στάση του συνομιλητή μας. Χωρίς αυτά τα κρυμμένα
‘λόγια’ χάνουμε άλλο ένα 40% περίπου από το γενικό νόημα μιας συνομιλίας. Δηλαδή
χάνουμε με άλλα λόγια κάπου το μισό απ’ όσα μας λέει κάποιος με τον οποίο μιλάμε.

Όχι μόνο χάνουμε κάπου το μισό, αλλά και δε μεταδίδουμε κάπου το
μισό από αυτά που και εμείς θέλουμε να πούμε. Πώς είναι αυτό
δυνατόν;

Επειδή δε μπορούμε να διακρίνουμε και να διαβάσουμε τις εκφράσεις στο βλέμμα και
στο σώμα των άλλων, δε μπορούμε επίσης και να αναπαράγουμε τέτοιες εκφράσεις. Οι
εκφράσεις στο πρόσωπό μας, στο βλέμμα μας, και στο σώμα μας, δεν αντανακλούνε
αυτό που αισθανόμαστε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας. Ένας λόγος είναι διότι απλά
δεν αισθανόμαστε κάτι που μπορούμε να το μεταδώσουμε μέσω του βλέμματος ή της
έκφρασής μας. Ό, τι ‘αισθανόμαστε’ το σκεπτόμαστε παρά το νιώθουμε. Άμα θέλουμε να
το εκφράσουμε,  θα διαλέξουμε να το εκφράσουμε με λέξεις παρά με αόριστες έννοιες
όπως το βλέμμα ή οι χειρονομίες.

Aυτό σημαίνει πως ενώ κάποιος είναι μαθημένος να ‘διαβάζει’ και να λαμβάνει από το
συνομιλητή του το 40-50% από τη συνομιλία τους, από εμάς λαμβάνει λανθασμένα
νοήματα και έννοιες διότι οι εκφράσεις του προσώπου μας δεν αντιστοιχούν σε αυτά που
λέμε, και οι χειρονομίες μας δεν υποστηρίζουν τα λόγια μας. Είναι σαν άλλα να λέμε και
άλλα να δείχνουμε με το πρόσωπο και το σώμα μας. Αυτό σημαίνει πως ο άλλος που μας
ακούει δυσκολεύεται να μας καταλάβει, να μας πιστέψει, να μας νιώσει.

Προσπαθεί να δει γιατί κρύβουμε τα αισθήματα  μας, γιατί ‘κλεινόμαστε’ και δεν τον
αφήνουμε να συνδεθεί μαζί μας συναισθηματικά κατά τη διάρκεια της συνομιλίας. Όσο
και να προσπαθεί η έκφραση του προσώπου μας είναι ένας αδιαπέραστος τοίχος. Και σα
να μην έφτανε και αυτό, το βλέμμα μας τον αποφεύγει, δεν κάνει τη σύνδεση, δεν
ανοίγεται ώστε να μπορέσει να δει την καρδιά μας, και την ειλικρίνεια των
συναισθημάτων μας διότι μας δυσκολεύει πολύ να κοιτάμε τον άλλο στα μάτια.

Με τα λόγια μας είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς όσο κανείς άλλος, αλλά με το βλέμμα μας
αποφεύγουμε να τον κοιτάξουμε στα μάτια. Μας ακούει αλλά δε μας πιάνει,  δεν
αντιλαμβάνεται τι θέλουμε να πούμε, και δε μπορεί να μας πιστέψει. Το ένστικτό του,
του λέει ότι καλό θα ήταν να μας αποφύγει διότι κρατάμε τα αισθήματά μας κρυφά και
δεν τα βγάζουμε στην επιφάνεια, ώστε να τα δει και να τα αναγνωρίσει. Το ένστινκτό
του, μας θεώρει ύπουλους, παρόλο που τα λόγια μας είναι γεμάτα ειλικρίνεια και
ενθουσιασμό.

Πρόβλημα επικοινωνίας; Ναι. Πρόβλημα πολύ βασικό και δυστυχώς
πολύ εκνευριστικό.

Ο συνομιλητής μας δε μας εμπιστεύεται και μας το δείχνει με αναποφασιστικότητα στα
λόγια και στις πράξεις του. Το βασικό γεγονός είναι ότι μας φοβάται, διότι δεν
ανοιγόμαστε συναισθηματικά όταν μιλάμε. Εμείς, από την άλλη πλευρά, βλέπουμε αυτή
την αναποφασιστικότητα και τη νιώθουμε σα χάσιμο χρόνου, χρόνου που θα μπορούσε
να επενδυθεί πολύ πιο καλά στην εφεύρεση της λύσης που χρειαζόμαστε.

Αυτό το χάσιμο χρόνου και η αναποφασιστικότητα αρχίζει να μας αγχώνει.
Προσπαθούμε απεγνωσμένα να του εξηγήσουμε, ότι χάνουμε χρόνο με την
αναποφασιστικότητα αυτή που δείχνει, χρόνο πολύτιμο κατά τη γνώμη μας. Αλλά όσο
πιο πολύ προσπαθούμε να τον πείσουμε για την αξία των λέξεών μας, τόσο μειώνεται η
διάθεση και η εμπιστοσύνη του άλλου. Γιατί προσπαθεί τόσο πολύ να με πείσει,
αναρωτιέται, μάλλον έχει καταλάβει ότι τον έχω πάρει είδηση ότι με κοροϊδεύει και
προσπαθεί τώρα να με καταφέρει. Αυτό σημαίνει ότι εμείς με Αυτισμό/Σύνδρομο
Asperger/ΥΛΑ έχουμε χάσει τη μάχη.

Παρόλη την ειλικρίνειά μας, παρόλο τον ενθουσιασμό μας, παρόλη την αγάπη μας και
το ενδιαφέρον μας να βρούμε την πολύτιμη λύση, η προσπάθειά μας έχει γίνει σκόνη,
και έχει εξαφανιστεί. Το άγχος έχει φτάσει σε ανυπόφορα όρια και χωρίς να το θέλουμε
ή να μπορούμε να το σταματήσουμε, το άγχος γίνεται ένα τεράστιο ξέσπασμα θυμού.

Αποτέλεσμα;

Ο άλλος έχει τρομάξει τόσο από εμάς και το ξέσπασμα του θυμού μας που το έχει βάλει
στα πόδια. Και καλό είναι να το έχει βάλει στα πόδια, διότι αν δεν το κάνει αυτό, τότε το
άλλο που ίσως κάνει είναι για μας ακόμη χειρότερο, διότι μπορεί και να μας
ξυλοκοπήσει, να μας απολύσει από την δουλειά, να μας ζητήσει διαζύγιο και να μας
πάρει τα παιδιά μας με δικαστική απόφαση, να μας διώξει από το διαμέρισμα που
νοικιάζαμε και να μας πετάξει στο δρόμο, να μας πάει στα δικαστήρια και αλλά πολλά
επακόλουθα, τα οποία πληρώνουμε και θα πληρώνουμε καθημερινά λόγω της μη
κατανόησης, που υπάρχει ακόμη σε όλο τον κόσμο για εμάς τους Αυτιστικούς με το
Σύνδρομο Asperger/ΥΛΑ.

Διότι εφόσον έχουμε την ικανότητα να μιλάμε και να εκφραζόμαστε νομίζουν οι άλλοι
ότι δεν είμαστε το ίδιο μέσα μας όπως είναι οι κλασσικοί Αυτιστικοί χωρίς την ικανότητα
ομιλίας. Ο κόσμος δε μπορεί να δει και να διακρίνει τι εμπόδια πρέπει να
προσπεράσουμε μέσα στο μυαλό μας για να εκφράσουμε αυτά που σκεπτόμαστε, αυτά
που νιώθουμε. Και πως αντιμετωπίζουμε καθημερινά συμβάντα, σαν αυτό που
περιέγραψα, που μας φέρνουν αντιμέτωπους με έναν κόσμο που μας παρεξηγεί, μας
φοβάται, μας περνά για ηλίθιους και μας αποφεύγει διότι δε φερόμαστε όπως πρέπει,
και ‘λέμε και μαλακιές όταν μας τη δώσει’ όπως μου έχουν πει πολλές φορές
κατάμουτρα.

Κανείς δε μπορεί να διανοηθεί τις δυσκολίες που βιώνουμε προσπαθώντας να
επιβιώσουμε σε μια κοινωνία που δε μας καταλαβαίνει όσο και εμείς δεν την
καταλαβαίνουμε. Διότι απλούστατα μιλάμε και οι δυο διαφορετικές γλώσσες.
Εμείς μιλάμε Αυτιστικοελληνικά και αυτοί μιλούν Συναισθηματικοελληνικά.

Μήπως υπάρχει κάποιος εδώ να μας κάνει μια μετάφραση παρακαλώ;
Επιστροφή
ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ
SPERGER καιΥΛΑ
ΥΤΙΣΤΙΚΟΙ
Α